σπουδαί

σπουδαί
σπουδή
haste
fem nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σπουδαῖ' — σπουδαῖα , σπουδαῖος in haste neut nom/voc/acc pl σπουδαῖε , σπουδαῖος in haste masc voc sg σπουδαῖαι , σπουδαῖος in haste fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπουδαιότατ' — σπουδαῑότατα , σπουδαῖος in haste adverbial superl σπουδαῑότατα , σπουδαῖος in haste neut nom/voc/acc superl pl σπουδαῑότατε , σπουδαῖος in haste masc voc superl sg σπουδαῑόταται , σπουδαῖος in haste fem nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπουδαιότερον — σπουδαῑότερον , σπουδαῖος in haste adverbial comp σπουδαῑότερον , σπουδαῖος in haste masc acc comp sg σπουδαῑότερον , σπουδαῖος in haste neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπουδαιεστάτων — σπουδαῑεστάτων , σπουδαῖος in haste fem gen superl pl σπουδαῑεστάτων , σπουδαῖος in haste masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπουδαιοτάτας — σπουδαῑοτάτᾱς , σπουδαῖος in haste fem acc superl pl σπουδαῑοτάτᾱς , σπουδαῖος in haste fem gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπουδαιοτάτων — σπουδαῑοτάτων , σπουδαῖος in haste fem gen superl pl σπουδαῑοτάτων , σπουδαῖος in haste masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπουδαιοτέρα — σπουδαῑοτέρᾱ , σπουδαῖος in haste fem nom/voc/acc comp dual σπουδαῑοτέρᾱ , σπουδαῖος in haste fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπουδαιοτέραις — σπουδαῑοτέραις , σπουδαῖος in haste fem dat comp pl σπουδαῑοτέρᾱͅς , σπουδαῖος in haste fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπουδαιοτέρας — σπουδαῑοτέρᾱς , σπουδαῖος in haste fem acc comp pl σπουδαῑοτέρᾱς , σπουδαῖος in haste fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπουδαιοτέρων — σπουδαῑοτέρων , σπουδαῖος in haste fem gen comp pl σπουδαῑοτέρων , σπουδαῖος in haste masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”